Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Ανθολόγηση Γιώργου Καφταντζή

Ύμνος

Άνθρωπε χωρίς όνομα

τρομερός κι ωραίος

το μονοπάτι ανεβαίνεις

απ’ τη σκοτεινή σπηλιά

της Αλταμίρα

ως το φωτεινό βράχο

της Ακρόπολης.

Ουράνια Στάχια, 1952

Θάρχομαι

Θάρχομαι με τα λουλούδια της μηλιάς

με το γλυκό μουρμούρισμα της βροχής

θάρχομαι με το τραγούδι του κορυδαλλού

με το ζεστό χαμόγελο των παιδιών.

Τα φεγγάρια θα τρέχουν μες στα μάτια μου

η θάλασσα το ρούχο μου θα υφαίνει

θα βοσκάω τ’ αστέρια στα λιβάδια τους

θα χορεύω με τον άνεμο στα περιβόλια του.

Κανένας δε θα με γνωρίσει, κανένας

τόσο πολύ ελεύθερο, τόσο πολύ αλλαγμένο.

Δύσκολες χρονιές, 1959

Ειρήνη

Βουβή η σάλπιγγα δεν παρακινάει πια

στην αιματόβρεχτη πλαγιά που τριγυρνούσε ο ρόγχος.

Ντυμένο καταρράχτη από σκουριά

στο ξέσαρκο μερί και το σπαθί πλαγιάζει.

Από τη φτέρνα ως την κορφή πλημμυρισμένος

άγρια κραυγή ο τελευταίος στρατιώτης

πετάει το κομμένο του ποδάρι.

Τη ρώγα της που στην καπνιά βυθίζονταν

η νέα μητέρα με δροσιές πλύνει. Τρεμουλιάζουν

στον άνεμο οι ερωτικές φωνές

λοξή βροχή λεμονανθών. Τινάζει

από χαμόγελο χιμώντας σε χαμόγελο

τις αραχνιές της γης τραγουδιστός ο ήλιος.

Κι από ψηλά λιβάδια γλυκοθώρητα

στο φωτεινό διάδρομο της φλέβας μας

η άνοιξη κυλάει τους θησαυρούς της.

Ουράνια Στάχια, 1952

Το τραγούδι της σκόνης

Μες στην αιώνια σύναξη

αναπηδάω, σέρνομαι

κουλουριάζομαι, ανεμίζω

παίρνω αρίφνητες μορφές

με δάχτυλα ευκίνητα

γεωγραφίζω το σκοτάδι

κλειδώνω το φώσφορο

αλέθω τους πλανήτες

ξεθωριάζω τα χρώματα.

Δεν κουράζομαι να δουλεύω

το κάθε τι από μένα ξεκινά

και σε μένα τελειώνει

όλα με γεννούν κι όλα τα γεννάω

και τυφλή τη σκόνη

με τη σκόνη μου σκεπάζω.

Το Πανηγύρι της φωτιάς, 1959

Η πάχνη στάζει απ' τον κισσό

Η πάχνη στάζει απ’ τον κισσό

μαρμαίρει ο χρυσός βόστρυχος

του ήλιου, στο ξάστερο νερό.

Απάνω στη γαλάζια μοναξιά

ο θρήνος ο μεγάλος κι ο πικρός.

Πού νικητής, πού νικημένος!

Κλάμα και γέλιο εκατόφυλλο

σημαίες, αστέρια, πασχαλιές

και πυροβολισμοί και κελαηδήματα και σάλπιγγες.

Μέσα σε τόσα λούλουδα

σε τόσο αίμα και καπνό

δεν έβλεπες, δεν ξεχώριζες

αν πολεμούσε η άνοιξη

ή αν ανθούσε η λευτεριά.

Η Μπαλάντα του φεγγαριού, 1961

Η Μπαλάντα του φεγγαριού

ΧΙΧ

………………….

— Να σε φιλέψουμε γλυκιά μηλόπιττα να γλυκαθείς.

Να σε ραντίσουμε με ρύζι γάμου να ριζώσεις

να πάμε να ξεθάψουμε τους παραχωμένους ήλιους μας

να ξεδιπλώσουμε τα δεμένα φτερά των κορυδαλλών

να ξεκαρφώσουμε τις πρησμένες γλώσσες των ποιητών

ν' αναστυλώσουμε το καταποντισμένο φεγγαρόφωτο.

Σύναξέ τους όλους απ' τα πέρατα της γης

στην αποικία με τους καταρράχτες των πουλιών

τις υδρίες των κρίνων, τους ιριδισμούς των πολυέλαιων

άδειασε το σκοτάδι απ' τους φοβισμένους

και τ' αποκαΐδια της οδύνης

και τσάκισε το καταραμένο φίδι

για ν' αναδώσει η γη μια νέα μουσική

από φτερά, στάχυα κι αλληλούια.

Η Μπαλάντα του φεγγαριού, 1961

Τα ερείπια

Ίσως για μας πούμασταν νέοι τότε η δοκιμασία

να κράτησε πολύ, παρά πολύ, ωστόσο

κάποτε πέρασε κι αυτή, σταμάτησαν οι πυροβολισμοί

κ' ελπίζαμε, κάπως αόριστα εννοείται

πως σύντομα θα καθαριστούν από τριγύρω τα ερείπια.

Μα τα ερείπια ήταν μέσα μας

κι αλίμονο αργά το αντιληφθήκαμε

πως είχαν κηρυχτεί «μνημείον διατηρητέον».

Αναθήματα, 1966

Ο σταθμός του Χατζή-Μπεϊλίκ

Στην παλιά επαρχία των Οδομάντων

με τους σεληνιακούς θεούς και τον κίτρινο Στρυμόνα

ο μικρός και πένθιμος σταθμός του Χατζή - Μπεϊλίκ

τυλιγμένος είναι σε παράξενη γαλήνη.

Πουλί κανένα, μήτε σε δέντρο μήτε σε στέγη

ο ουρανός άδειος από φως, οι δρόμοι έρημοι από ήχους

μονάχα σα σκιά βαριά κάποτε γλιστρά και πάει

ο νεκρός σταθμάρχης με το κόκκινο καπέλο.

Και μια ορισμένη ώρα κάθε μέρα

ένα τρένο, το ίδιο πάντα μαύρο τρένο

πλάι σε κούφια κι ακίνητα βαγόνια

σταματώντας για λίγο, λαχανιασμένο θα περάσει

χωρίς να βγάλει έξω το κεφάλι κανείς ταξιδιώτης.

Ά, τη φριχτή μελωδία των τρένων, των τρένων

που χάνονται σφυρίζοντας βραχνά μέσα στην αχλύ και τον καπνό

λαχταράς βαθιά κ' ενυπνιάζεσαι

τί είναι το κάθε τρένο μια ελπίδα ν' αλλάξεις τη ζωή σου!

Ωστόσο ξέρεις καταβάθος πως να δοκιμάσεις θα ήταν μάταιο

πως σ' όποιο τρένο κι αν ανέβεις, ποτέ σου δε θα φύγεις

απ' το μικρό και πένθιμο σταθμό του Χατζή - Μπεϊλίκ.

Αναθήματα, 1966

Επίλογος

Κάποτε τέλος πάντων θα πρέπει να γλιτώσω

απ' όλες αυτές τις περιπτώσεις των ηρώων

που εισχωρούν μέσα μου βαθιά, ολοένα πιο βαθιά

σαν το χορτάρι στην καρδιά των πεθαμένων.

Αναθήματα, 1966

Στίχοι γραμμένοι σ’ ένα σύννεφο

Χυμός ανθοποιός ευωδιάζει ακόμα

στο λόφο με τα ηλιοτρόπια. Ως εκεί

μας δίνεται η χάρη να σε συνοδεύσουμε. Από κει και πέρα

για την άλλη μεριά του κόσμου θα τραβήξεις ολομόναχη.

Φτερό ανέμων και σπίτι έρημο που μοσχοβολά προγόνους

την άσπιλη απουσία σου φρουρεί ένα ρόδο άγριο

που είχε γι' αυτό ανθίσει στο Παγγαίο.

Ότι αγαπούσα το τραγούδι σου έγινε αντάρα ερωδιών

οι κινήσεις σου δροσιά ονείρου

σαν μοσχοστάφυλο η νύχτα σε πατάει

και πάνω από του κόρφου σου το νύχτιο χιόνι

ενός τυχαίου κρόκου ο χρυσός μανδύας ανεμίζει.

Ελεγείες, 1971


Τον καιρό της ήττας

Ήξερα κάποιον τον καιρό της ήττας

που δεν τον είχαν ολότελα ξεκάνει. Μάριο τον έλεγαν.

Ήταν φασκιωμένος από γκρίζο φόβο

έφεγγε αμυδρά σαν καμένος κήπος

έβγαζε μαύρο αίμα, μαύρο ακατοίκητο

κ' έπαιζε οκαρίνα, ένα διαβολεμένο όργανο

που ανοιγόκλεινε την ψυχή

σαν τη μαγική ουρά του παγωνιού.

Συχνά έλεγε, πως χαρά δίνει μοναχά

ότι μοιραζόμαστε με τους άλλους.

Γι' αυτό όταν συναντούσε στο δρόμο κουτσά παιδιά

— κ' ήταν πολλά μετά τον πόλεμο

που βάδιζαν και ταλάντευαν τη γη —

έκαμνε και κείνος μπροστά τους πως κουτσαίνει

λες κ' ήθελε να πηδήσει έξω απ' τη λύπη.

Δεν είχε λόγο να λυπάται τόσο

και μάλιστα σε μια τέτοια εποχή κανιβαλική

να προσποιείται τον κουτσό και να λυπάται

κ' ύστερα να κλείνεται στον εαυτό του

σαν σπίτι που πέφτει από σεισμό.

Τα παραλειπόμενα, 1985

X

Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου,

δεν μπορώ

να θυμηθώ ποιος είναι, ούτε το όνομά του

ούτε και τον τόπο που βγήκε η φωτογραφία.

Επάνω της καμιά γραπτή ένδειξη δεν υπάρχει

μόνο από τα ρούχα κάπως το χρόνο υποθέτω.

Απορώ λοιπόν γιατί τόσα χρόνια διστάζω να τη σχίσω

κι έτσι από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο

να ελευθερωθώ και

να τον ελευθερώσω.

Οι φωτογραφίες, 2000

XVI

Αυτήν τη φωτογραφία

δεν πρέπει να τη δούνε τα παιδιά.

Τριγύρω σύρματα, επάνω άσχημα πουλιά

αφήνοντας δυσοίωνες κραυγές

στη μέση ο Άδης γεμάτος φόβο και σκιές.

Άνθρωποι δεμένοι

το μαύρο ζουμί της νύχτας καταπίνουν

κι απ’ του ουρανού το απόστημα στάζουν εφιάλτες.

Αυτοί βέβαια έκαναν το χρέος τους

έδωσαν το αίμα τους

για μια σπίθα ζωής πραγματικής.

Ένας σωρός πεταμένα όνειρα

ένα ποτάμι ελπίδες μάταιες !

Οι φωτογραφίες, 2000

Κορνίζα χωρίς φωτογραφία

τελευταία χάρη

Τραγούδησα γι’ αυτούς που έπεσαν

για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Τραγούδησα γι’ αυτούς που τυραννίστηκαν

για την ελπίδα του ανθρώπου.

Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα

να πάρω ένα δρόμο απάτητο

να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι

να πάψουν να με κυνηγούν σκιές

να βρω καινούρια γέφυρα

στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι

και το πετάει μαδημένο

στις άδειες στέρνες των αιώνων.

Οι φωτογραφίες, 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια: