Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Άρνηση

Άρνηση
(Στροφή, 1931, σ. 13, Κ.Ν.Λ. τ.2, Βιβλίο του καθηγητή, ΟΕΔΒ)
Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Σ τ ρ ο φ ή, που κυκλοφόρησε το Μάιο του 1931. Είναι το πέμπτο στη σειρά ποιημάτων, όπου η παρουσία μιας γυναίκας είναι αισθητή (Στροφή, Αργά μιλούσες, Η λυπημένη και Α υ τ ο κ ί ν η τ ο) και το βασικό τους στοιχείο (όπως και σ' όλη τη συλλογή) είναι ο αισθησιασμός. Άλλο κύριο χαρακτηρι­στικό των ποιημάτων αυτών, από την άποψη όμως της ποιητικής γραφής, είναι πως αντικατοπτρίζουν τη μια από τις τάσεις της συλλογής, που εκφράζει τη μοντέρνα εκδοχή της καθαρής ποίησης. Παρατηρούμε δηλαδή πως στα ποιήματα αυτά και σε μερικά άλλα λειτουργούν ακόμη ορισμένοι κανόνες της παραδοσιακής ποίησης (μέτρο, ομοιοκαταληξία κτλ.)· η αλλαγή οφείλεται στο λεξιλόγιο, που χρησιμοποιεί ο ποιητής, στο συγκρατημένο τόνο της οδύνης, στη λανθάνουσα ειρωνεία, στην αποφυγή του λυρικού εγώ (κύριο χαρακτηριστικό της παραδοσιακής και ειδικότερα της ποίησης του συμβολισμού) και στη χρησιμοποίηση άλλων προσώπων (μέσα από τα οποία ο ποιητής εκφράζει τα βιώματα του και τις εμπειρίες του), του δεύτερου ενικού ή πρώτου πληθυντικού, όπως στο Άρνηση. Η δεύτερη τάση που κυριαρχεί στη Σ τ ρ ο φ ή εκφράζεται σε ποιήματα (Fog, Ρίμα, Το ύφος μιας μέρας), που δείχνουν απελευθέρωση από την καθαρή ποίηση· στα ποιήματα αυτά ο ποιητής δε φοβάται να πάρει τα θέματα του και το λεξιλόγιο του από την καθημερινή ζωή και να υποτάξει τον ποιητικό λόγο στη συντακτική δομή του προφορικού λόγου.
Για την ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος βλ.:
α) Καραντώνης Αντρέας: Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Δημ. Παπαδήμα, Αθήνα 1976, σσ. 26-27.
β) Σινόπουλος Τάκης: «Στροφή 1931-1961» στον τόμο Για το Σεφέρη, Ερμής, Αθήνα 1981, σσ. 168-169, 176, 184-185, 189-190.
γ) Vitti Mario: Φθορά και λόγος· εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία, Αθήνα 1980, σ. 20.
δ) Αργυρίου Αλέξ.: «Γιώργος Σεφέρης. Ποιητική τέχνη και ιστορία», στον τόμο Κύκλος Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελλ. Πολιτισμού και Γεν. Παιδείας, Αθήνα 1980, σσ. 18-21.
ε) Καρβέλης Τάκης: «Άρνηση», στο βιβλίο Η νεότερη ποίηση - Θεωρία και Πράξη, Κώδικας, Αθήνα 1983, σσ. 76-78.
στ) Λιγνάδης Τάσος: «Δύο αρνήσεις - μία κατάφαση», περ. Η λέξη, 2/Φλεβάρης '81, σσ. 94-101.
Απόψεις
Μήτε μια λέξη δε φαίνεται να πλεονάζει, μήτε μια έκφραση να είναι χλωμή, τα πάντα τυλίγονται σε μια ονειρευτή χλωμάδα παρά την αλληγορική τάση που έχουν οι στίχοι αυτοί. Η άρνηση παρουσιάζεται ως μια δύναμη και μια μοίρα, που έρχεται να σβύσει κάθε προσπάθεια, να μεταστρέψει κάθε κατεύθυνση.
(Καραντώνης Α., ό.π., σσ. 26-27)
Μιλώντας εδώ για τη γλώσσα και το στίχο, δεν εννοούμε φυσικά μόνο τον εξωτερικό μηχανισμό της γλώσσας και της στιχουργικής, μήτε τις «sonorites verbales» ορισμένων «μουσικών» ποιητών, που ο Σεφέρης ποτέ δεν τις καταδέχτηκε. Εννοούμε κυρίως την εσωτερική εκείνη διάρθρωση των λέξεων, την αίσθηση της ρυθμικής τους «ποιότητας», το ειδικό βάρος, την εν γένει λειτουργική τους αξία, που συντείνει στην αιφνίδια κι άμεση ανταπόκριση του «επαρκούς αναγνώστη» με τον ποιητή. Η αξία της γλώσσας στην ποίηση δεν έγκειται στην ακριβή φραστική διατύπωση, που είναι ένα βασικό αίτημα της πρόζας, αλλά κυρίως τη δυνατότητα της γλώσσας να γίνεται φορέας ενός ψυχικού και πνευματικού κόσμου που πρέπει να δοθεί στον αναγνώστη, ώστε ο αναγνώστης αυτός να γίνεται ένας «δέκτης», ενώ ταυτόχρονα θα «διαλέγεται» με τον ποιητή. Οι στίχοι π.χ. του Ερωτικού Λόγου: Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι' εχάθη […]
Δυο φίδια ωραία κι' αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
ή οι στίχοι της Άρνησης: Στο περιγιάλι το κρυφό
κι' άσπρο σαν περιστέρι
προσφέρουν, εκτός από την εξωτερική μουσική εντύπωση, και τη βαθύτερη ουσία που, ταιριάζοντας την εικόνα του στίχου με κάποια εμπειρία του αναγνώστη, ξανοίγει μέσα του έναν ολόκληρο βυθισμένο κόσμο.
(Σινόπουλος Τ., ό.π., σσ. 168-169)
Το ποίημα ανήκει στην πρώτη ποιητική συλλογή του Σεφέρη «Στροφή». Ο ποιητής είναι επηρεασμένος ακόμη από το συμβολισμό και την καθαρή ποίηση. Εντούτοις είναι εμφανής η ανανέωση στην ποιητική γραφή και τα σύμβολα. Επειδή το ποίημα προορίζεται για το εγχειρίδιο της Γ' τάξης, το επίπεδο της διδασκαλίας πρέπει ν' ανεβεί περισσότερο. Για την επεξεργασία του θα λάβουμε υπόψη τα εξής δεδομένα: α) την αντιληπτικότητα των μαθητών της Γ' τάξης και β) ότι οι μαθητές της τάξης αυτής είναι κατατοπισμένοι ως προς την ιστορική διαδρομή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τις σχολές της και τις διάφορες τεχνοτροπίες.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ερωτηματολόγιο μπορεί να συνταχτεί ως εξής:
Ερωτηματολόγιο
1. Πώς παρουσιάζει ο ποιητής το περιγιάλι στην 1η στροφή και ποιο το βαθύτερο νόημα των δυο τελευταίων στίχων;
2. Τι υποδηλώνει η εικόνα των δυο πρώτων στίχων της 2ης στροφής και τι οι δυο τελευταίοι στίχοι;
3. Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των στίχων της τελευταίας στροφής και πώς το εκφράζει ο ποιητής;
4. Γιατί ο ποιητής χρησιμοποιεί α' πληθυντικό πρόσωπο;
5. Γιατί ο ποιητής έδωσε στο ποίημα του τον τίτλο «Άρνηση»;
Απαντήσεις
1. Για το περιγιάλι ο ποιητής χρησιμοποιεί δυο επίθετα: κρυφό, άσπρο. Το δεύτερο ενισχύεται με την παρομοίωση «σαν περιστέρι». Λιτή παρομοίωση, δείγμα ανανεωμένου ποιητικού συμβόλου, που αισθητοποιεί την λευκότητα και την καθαρότητα (αγνότητα) της ακρογιαλιάς και διατηρεί τον αισθησιασμό, με τον οποίο συνδυάζεται το περιστέρι. Κι ενώ το δεύτερο επίθετο εικονίζει το περιγιάλι χρωματικά, (με κάποιες απροσδιόριστες προεκτά­σεις), το πρώτο δημιουργεί την αίσθηση ενός ακρογιαλιού απόμακρου, μυστικού. Οι δυο τελευταίοι στίχοι ανακαλούν στον αναγνώστη μεσημεριάτικες εικόνες ελληνικού καλοκαι­ριού στην ακροθαλασσιά.
Ξεκινάμε από μια πρώτη εκδοχή, την κυριολεκτική: μες στη μεσημεριάτικη κάψα διψάσαμε και το νερό μας φάνηκε γλυφό. Ας ξανακοιτάξουμε όμως ολόκληρη την εικόνα της πρώτης στροφής: οπωσδήποτε, απ’ ό,τι δείχνει η δεύτερη στροφή, το περιγιάλι είναι ο τόπος ερωτικών συναντήσεων ή, αν θέλετε, των εφηβικών ερωτικών ονειροπολήσεων. Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος εκφράζει την άποψη πως: «Μια μετουσιωμένη υφή έχει η «Άρνηση» και κυρίως το α' τετράστιχο. Οι εικόνες κι οι λέξεις που χρησιμοποιεί εδώ ο ποιητής πάλλονται από ένα κρυφό αισθησιακό ρυθμό» . Οποιαδήποτε στάση κι αν τηρή­σουμε απέναντι σ' αυτή την άποψη, ως ένα σημείο πρέπει να τη δεχτούμε και να τη συμπληρώσουμε. Το επίθετο κρυφό ανακαλεί, νομίζω, γνώριμες στον Έλληνα αναγνώστη εικόνες από ακρογιάλια, που είναι κρυμμένα στις πιο απίθανες μεριές. Το δεύτερο επίθετο με την παρομοίωση του άσπρο σαν περιστέρι δημιουργεί την αίσθηση ενός άσπρου περιγιαλιού - περιστεριού και με τον τρίτο στίχο: διψάσαμε το μεσημέρι, ανακαλεί εικόνες μιας σωματικής αποχαύνωσης. Ως εδώ σταθήκαμε στην κυριολεκτική σηματολογία της πρώτης στροφής. Αν λάβουμε υπόψη μας όμως πως το ποίημα τιτλοφορείται «Άρνηση» κι ακόμη τις υπόλοιπες στροφές, που η σκόπευση τους είναι εμφανέστερη, πρέπει να δούμε πίσω από τον τελευταίο στίχο «μα το νερό γλυφό» μιαν άρνηση σ’ αυτή τη δίψα. Τελικά, νομίζω πως μετά το ξανακοίταγμα της πρώτης στροφής, αιωρείται μέσα μας ένα συναίσθημα πίκρας, στέρησης.
2. Η δεύτερη στροφή δίνει μια μετουσιωμένη εικόνα: έφηβοι που πάνω στην ξανθή άμμο γράφουν τα’ όνομα της αγαπημένης (που μπορεί να υπάρχει ή ζει μόνο στα όνειρα τους), που ο μπάτης το ‘σβησε. Ας προσπαθήσουμε να την προσεγγίσουμε: Καταρχήν, ο αόριστος χρόνος είναι ενδεικτικός: διψάσαμε στην α' στροφή, γράψαμε στην δεύτερη. Συμπυκνώνεται, νομίζω, εδώ ο παρελθών χρόνος ως τη συγκεκριμένη στιγμή. Ό,τι κι αν υποδηλώνει η εικόνα, η στέρεη μουσικότητα του στίχου, ο ανάλαφρος ρυθμός του συστοιχούν με τη λεπτή ομορφιά της εικόνας: έφηβοι που στην ακρογιαλιά ονειροπολούν και γράφουν πάνω στην ξανθή άμμο τ’ όνομα της αγαπημένης, ανάλαφρος μπάτης που το σβήνει. Σ' ένα δεύτερο όμως επίπεδο (κι ενισχυόμαστε σ' αυτό απ' το ξέσπασμα της τρίτης στροφής) νιώθουμε πως και πάλι αιωρείται μέσα μας ένα συναίσθημα πίκρας, στέρησης: εναποθέσαμε τον ερωτά μας, την αγάπη μας σ' ένα στοιχείο φθαρτό, όχι μόνιμο, στην άμμο· άρκεσε ένα ανάλαφρο φύσημα του μπάτη κι όλα σβήστηκαν.
3. Στις δυο πρώτες στροφές ο ποιητής είναι συγκρατημένος κι ελλειπτικός. Στην τελευταία στροφή ξεσπάει, είναι πιο εκδηλωτικός στους δυο πρώτους στίχους. Η έκρηξη του αισθητοποιείται με την επανάληξή του και με τη χρήση λέξεων ίσως όχι εντελώς καινούριων, δηλωτικών όμως της οδύνης του: καρδιά, πνοή, πόθους, πάθος. Σκοπεύσαμε λοιπόν σωστά, όταν διαπιστώσαμε πως στο τέλος κάθε στροφής, αιωρούνταν σ' ένα δεύτερο επίπεδο ένα αίσθημα πίκρας, στέρησης. Αφιερωθήκαμε στη ζωή με καρδιά ευγε­νική, γεμάτοι πνοή και πάθος, γεμάτοι επιθυμίες υψηλές, στο τέλος όμως διαπιστώσαμε -σα συνέπεια φυσικά των δύο πρώτων στροφών- πως ακολουθήσαμε λαθεμένο δρόμο. Συνέπεια: αλλάξαμε ζωή, κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή, προσγειωθήκαμε.
4. Ο ποιητής χρησιμοποιεί το α' πληθυντικό, γιατί μιλάει σαν εκπρόσωπος των νέων της γενιάς του, των νέων που ζήσανε τη ζωή και την αγάπη σαν αυτόν.
5. Ο τίτλος έχει δύο πιθανές αιτιολογήσεις:
Ι. Αρνηθήκαμε την προηγούμενη ζωή μας. Αυτή η εκδοχή είναι κι η πιο πιθανή, αφού ο τελευταίος στίχος «κι αλλάξαμε ζωή» αυτή την άρνηση υποδηλώνει.
II. Ίσως θέλει να τονίσει την άρνηση που συνάντησαν παντού: στη δίψα τους (μεταφορικά υποδηλώνει τους πόθους τους) στην αγάπη τους. (Καρβέλης Τ, ό.π., σσ. 76-78)
Οδηγίες για την ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος
Η ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος μπορεί να εντοπιστεί στα εξής:
α) Ο ποιητής και στις τρεις στροφές χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω (αριθμ. 1), ο ποιητής με τον τρόπο αυτό εκφράζει και δικά του συναισθήματα και εμπειρίες μέσα από τα συναισθήματα άλλων. Συγχρόνως αποφεύγει την κατάχρηση του πρώτου ενικού προσώπου (κύριο χαρακτηριστικό της παρα­δοσιακής ποίησης). Είναι επόμενο ότι, μέσα στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, χωράνε και τα συναισθήματα των συνομιλήκων του, της γενιάς του.
β) Στην κάθε στροφή ξεχωριστά:
1η στροφή: Σκηνικό πλαίσιο: το περιγιάλι, που συνοδεύεται από δύο επίθετα (κρυφό, άσπρο) και μια παρομοίωση (σαν περιστέρι). Ο τελευταίος στίχος αποτελεί μιαν αντίθεση στο διψάσαμε και υποδηλώνει άρνηση σ- αυτή τη δίψα (κυριολεκτική και μεταφορική). Όπως παρατηρεί κι ο Τ. Σινόπουλος «οι εικόνες κι οι λέξεις που χρησιμοποιεί εδώ ο ποιητής πάλλονται από ένα αισθησιακό ρυθμό».
2η στροφή: Στην πρώτη στροφή παρατηρούμε μια άρνηση της φύσης για ξεδίψασμα. Εδώ παρακολουθούμε μια ατελέσφορη ανθρώπινη χειρονομία, με μια δόση πικρής ειρωνείας: εναποθέσαμε τον έρωτά μας, την αγάπη μας, σ' ένα στοιχείο φθαρτό· άρκεσε ένα ανάλαφρο φύσημα του μπάτη κι όλα σβήστηκαν (και πάλι ένα άλλο εμπόδιο, μια άρνηση στην αγάπη).
3η στροφή: Στις δυο πρώτες στροφές ο ποιητής εκθέτει τα πράγματα σ’ ένα κάπως συγκρατημένο τόνο, που υποκρύπτει μια πικρή ειρωνεία· στην τρίτη στροφή ξεσπάει και γίνεται πιο εκδηλωτικός (στ. 1-2), για να καταλήξει στη διαπίστωση: ήταν λάθος, που ακολουθήσαμε μια τέτοια ζωή· γι’ αυτό αλλάξαμε ζωή.
γ) Στη συσχέτιση του περιεχομένου του ποιήματος με τον τίτλο του. Η πιθανή εκδοχή είναι ότι ο ποιητής θέλει να τονίσει την άρνηση που συνάντησαν παντού στη δίψα τους και στην αγάπη τους. Ο Αντρέας Καραντώνης σημειώνει: «Η άρνηση παρουσιάζεται ως μια δύναμη και μια μοίρα, που έρχεται να σβήσει κάθε προσπάθεια, να μεταστρέψει κάθε κατεύθυνση»· ο Γ.Π. Σαββίδης σημειώνει: «Αντιπαράβαλε ίσως εδώ τους ελπηνορικούς υπομονετικούς της Άρνησης. (Αυτό σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με κοινούς ανθρώπους, που υποτάσσονται στα αισθήματά τους και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η υπομονή.)
δ) Στην επισήμανση της μουσικότητας του στίχου, που εκφράζει ένα κρυφό αισθησια­σμό και μια πίκρα για τα εμπόδια που βρήκαν, για την άρνηση που συνάντησαν παντού.
ΚΝΛ. Γυμνασίου-Λυκείου, τ.2 Ποίηση, Βιβλίο του καθηγητή, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1987, σσ. 114-118

Δεν υπάρχουν σχόλια: