Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Περιμένοντας την Ανάσταση




Περιμένοντας την Ανάσταση

το δράμα αναβίωσε

Προδοσία. Σταύρωση. Επιτάφιος θρήνος.


Ευτυχώς τα χρώματα και μύρα της Άνοιξης

μαζί με την αρμύρα του φλοίσβου

και το χρυσάφι του δύοντος εξαπτέρυγου

διέσωσαν κάπως την τιμή του περιφερόμενου Νυμφίου 


15-20 λεπτά μετά η σκόνη των εποχούμενων πιστών κατακάθισε 

και στον ορίζοντα απόμεινε μόνος ο Σταυρωμένος

μέχρι την αποκαθήλωσή του. 





Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Τέχνη, εντός και εκτός, επί των τοίχων

Όταν η καλλιτεχνική παρέμβαση (WD, Skitsofrenis κ.ά.) μεταμορφώνει ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα σε δυναμική εικαστική έκθεση στην εξωτική παραλία του Αλυκού Νάξου.
 
























Βλ. και https://www.crimetimes.gr/report-street-art-naxos-mia-episkopisi-twn-ergwn-sto-ere/

Δευτέρα 11 Απριλίου 2022

Σάκης Παπαδημητρίου, Παίζοντας κυνηγητό και κουτσό με τον Χούλιο Κορτάσαρ

 

[Παίζοντας κυνηγητό και κουτσό με τον Χούλιο Κορτάσαρ]

[…]

Ο Τσάρλι Πάρκερ του λέει (ή μάλλον ο Κορτάσαρ κάνει τον υποβολέα): «Η τζαζ δεν είναι μόνο μουσική.» Και ο Πάρ­κερ δεν είναι μόνο ο σαξοφωνίστας, το «πουλί», «ο άγγελος ανάμεσα στους ανθρώπους» ή έστω «ο άνθρωπος ανάμεσα στους αγγέλους», ο δαίμονας, ο φευγάτος ή το φάντασμα του εαυτού του...: Ξέρω πολύ καλά πως για μένα ο Πάρκερ έχει πάψει να είναι ένας τζαζίστας και πως η μουσική του μεγαλοφυΐα είναι σαν πρόσοψη, κάτι που όλος ο κόσμος μπορεί να καταφέρει να καταλάβει και να θαυμάσει, αλλά που καλύπτει άλλο πράγμα, και αυτό το άλλο πράγ­μα είναι το μόνο που θα έπρεπε να με ενδιαφέρει, ίσως γιατί είναι το μόνο που αληθινά ενδιαφέρει τον Πάρκερ.

Ποια είναι αυτή η παντοδύναμη έλξη που τον μαγνητίζει - όχι μόνο στην περίπτωση Πάρκερ αλλά και στη ζωή του όλη. Και πώς να μας εξηγήσει ποιο είναι αυτό το «άλλο πράγμα». Μπλέκεται στα ορνιθοσκαλίσματα της σκέψης του μουσικού, μπερδεύεται στα μονοπάτια του ταραγμένου εγκεφάλου του, παρασύρεται από τα ξεσπάσματά του. Εκεί που νομίζει ότι τον παρακολουθεί, ότι βρίσκεται δίπλα του, κάτι συμβαίνει και τον χάνει. «Ξαφνικά ακούω την άλλη του φωνή, τη φωνή του όταν είναι... πώς να το πω, πώς να περιγράψω τον Πάρκερ όταν είναι στη δική του όχθη, κιόλας απομονωμένος γι’ άλλη μια φορά, κιόλας φευγάτος.» Οι συζητήσεις του με τον σαξοφωνίστα οδηγούν σε αδιέξοδο. Ο Πάρκερ δεν τα βάζει κάτω: «...δεν μπορεί να μην υπάρχει άλλο πράγμα, δεν μπορεί να είμαστε τόσο κοντά, τόσο πολύ από την άλλη πλευρά της πόρ­τας... θα πεθάνω δίχως να έχω βρει... δίχως...»

Ο Τσάρλι Πάρκερ, υπαρξιακός μαραθωνοδρόμος που τρέχει και χτυπιέται σε ένα λαβύρινθο. Ψάχνει, κυνηγά χωρίς να ξέρει τι. Στο κατόπι του και ο Κορτάσαρ αλλά με εκλάμψεις λογικής κατά διαστήματα που τον κρατούν σε απόσταση και στη ζωή. Στην πραγματικότητα κι αυτός είναι ένας υπαρξια­κός μαραθωνοδρόμος (στο βιβλίο του Το κουτσό), αλλά στον Κυνηγό αφήνει τον Πάρκερ να κινείται πάντα μπροστά και χωρίς ανταγωνισμό. Αφήνει τον Πάρκερ, ως alter ego, να τον οδηγήσει εκεί που δεν είχε τολμήσει να προχωρήσει ο ίδιος.

Ο Πάρκερ του λέει «μου φαίνεται πως θέλησα να κο­λυμπήσω δίχως να υπάρχει νερό». Δεν είμαστε βέβαιοι ότι εκφωνήθηκαν πράγματι αυτοί οι διάλογοι και οι μονόλογοι, οι παραδοξολογίες του μουσικού και του συγγραφέα. Να κο­λυμπήσει πού; Να κολυμπήσει στη ρευστότητα του χρόνου; Μήπως να τρέξει με ταχύτητα που ξεπερνάει το ημερολόγιο; Και ποιο είναι το «άλλο πράγμα», ποια είναι η «άλλη όχθη», ποια είναι η «άλλη πόρτα» που οδηγεί στην «άλλη πλευρά»; Και πού βγάζει τελικά η «άλλη πλευρά»; Ερωτήματα με ανε­ξίτηλα τα ερωτηματικά τους. Τα συζητούμε κι ας μην εφαρμό­ζουν στις λέξεις. Συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Ξέρουμε ότι τα βιώματα υπερτερούν και δεν ερμηνεύονται πλήρως. Σκοντά­φτουμε πάλι στο ανεξήγητο. Ο Κορτάσαρ το πολιορκεί, μια ζωή, από κάθε πιθανό άνοιγμα και ομολογεί: Γιατί δεν θα μπορέσω να κάνω όπως αυτός, γιατί δεν θα μπορέσω να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο; Στην πραγματικότητα προτάσ­σω επιμελώς τις λέξεις που προσπαθούν να με περιγράφουν, θωρακί­ζομαι πίσω από εκτιμήσεις και υποψίες που δεν είναι παρά βλακώδης διαλεκτική. […]


Σάκης Παπαδημητρίου, Η τζαζ της λογοτεχνίας, έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2021, σ.54-56

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996)

Με την ευχή ο χειμαζόμενος από τον πόλεμο, την φτώχεια, την αρρώστια, την αδικία άνθρωπος να βρει την δύναμη της νίκης.

[...] Μου έτυχε, χωρίς διόλου να ‘μαι θαρραλέος, να βρεθώ δυο η τρεις φορές πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Στον πόλεμο, φυσικά. Λοιπόν, ήταν κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό που περίμενα. Εγώ που τα ‘χανα στην Αθήνα με το παραμικρό και που ένας απλός πονόδοντος μ’ έκανε να στέλνω στο διάβολο όλα μου τα προβλήματα, εδώ αισθανόμουνα μια διαύγεια καταπληκτική, μια δύναμη ικανή, θα έλεγα, να κυριαρχεί τα πράγματα και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτε ανάμεσά τους, μια ηρεμία ουράνια, όπου μπροστά της η ταραχή του κόσμου, εκείνη κατησχυμένη και όχι εγώ, σταματούσε. Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ίσως γι’ αυτό σώθηκα.

        Είχα, θυμάμαι, βρεθεί σε αρκετή απόσταση κι από το πλησιέστερο όρυγμα κι από την παραμικρότερη ανωμαλία εδάφους όπου θα υπήρχε τρόπος να προφυλαχθώ, τη στιγμή που όλες μαζί συγκεντρωμένες οι πυροβολαρχίες των Ιταλών, προετοιμάζοντας την επίθεση που ακολούθησε, άρχισαν, μπορεί να πει κανείς, με συχνότητα βολών πολυβόλου, να εξαποστέλλουν τις οβίδες τους στις γραμμές μας. Μέσα σε λίγα λεπτά ο τόπος ολόκληρος ντουμάνιασε από τους καπνούς και τη βρώμα της μπαρούτης. Στήλες από πυκνό χώμα υψώνονταν στον αέρα και ξαναπέφτανε, με πέτρες και ξύλα, βροχή πάνω στη ράχη μου. Κι αυτό το κακό ήξερα ότι θα κρατήσει όπως και κράτησε — τουλάχιστον δυο ώρες. Να μετακινηθώ δεν υπήρχε περίπτωση. Έμενα μόνος, καθηλωμένος στο έδαφος, γραπωμένος απ’ το χώμα, ένα σώμα μαζί του, κι άκουγα τις κοντές αναπνοές μου, ένα είδος λαχάνιασμα που βέβαια κι αυτό δεν το είχε προκαλέσει κανένα τρέξιμο άλλα η αντίδρασή μου στον αιφνιδιασμό.

        Ήτανε και το μόνο άλλωστε. Γιατί σέ λίγο άρχισα, με κατάπληξη, να αισθάνομαι κάτι άλλο, που μήτε ο ίδιος ήθελα να το παραδεχθώ: ότι συνεχίζω τις σκέψεις που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ, μη μπορώντας να κοιμηθώ, για την ποίηση του Κάλβου. Ναι, τώρα το έβλεπα, θα έπρεπε, άμα γυρίσω στην Αθήνα, να ολοκληρώσω το δοκίμιο για την εντελώς προδρομική θέση που είχε η εικονοπλαστική φαντασία του μέσα στη νεοελληνική έκφραση. Εκείνος ο καπνός που «θλίβει το διάστημα γαλάζιον των αέρων», και το πρόσωπο της παρθένου «υγρόν υπό το σύγνεφον της δυστυχίας», και το βράδυ που «εισπνέει μέσα εις τα πολύδενδρα δάση το τεθλιμμένον φύσημα», και το «αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης» — βρε τον άτιμο! Αμ κείνες οι ελπίδες των Φηρών που «χάνονται ως λεπτόν βόλι εις άπειρον βάθος πελάγου»; Τι τόλμη για κείνη την εποχή. Έτσι έπρεπε να ονομάσω τη μελέτη μου «Η Λυρική Τόλμη του Ανδρέα Κάλβου».

        Βέβαια είναι δύσκολο να το πιστέψει κανένας. Ίσως και να υπερβάλλω λιγάκι. Αλλά το ξαναλέω: έβλεπα πολύ καθαρά ότι αυτό ήταν παραλογισμός, ότι από τη μια στιγμή στην άλλη κινδύνευα να τιναχτώ στον αέρα η να μείνω μ’ ένα ποδάρι, κι όμως θυμόμουνα έναν άλλον ποιητή, τον Καβάφη, και σχεδόν γελούσα με την ικανότητα που είχε η σκέψη του — η σκέψη του; η ποίηση να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό πια καταντούσε passe-partout. «Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό, επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα  πάει κ’ έρχεται.» Κι αλήθεια, είχα γίνει κι εγώ ένας Φερνάζης. Η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχότανε. Οι πιο κοντινές εκρήξεις, που με την πίεση των αερίων με κοπανούσανε χάμου κυριολεκτικά, δε με τρομάζανε τόσο, όσο μ’ ενοχλούσε εκείνος ο φαντάρος που είχε βρεθεί λίγα μέτρα παρακάτω και φώναζε όλη την ώρα: «κερατάδες! κερατάδες!»

        Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό — κι αυτό είναι μια σκέψη που κάνω σήμερα, βέβαια — ότι δεν ήταν ο Κάλβος ο πατριώτης που με τραβούσε, όπως θα μπορούσε κανένας να υποθέσει, άλλα η επιτυχία του στην έκφραση και, το πολύ-πολύ, η ιδέα πως η Ελλάδα στο πνευματικό επίπεδο είχε κιόλας επιτεύγματα που την καθιστούσαν άτρωτη. Κάτι τέτοιο εξηγεί, νομίζω, καλύτερα την παράδοξη αντίδρασή μου στον κίνδυνο. Ζητούσα μια παρηγοριά πέραν από τα όπλα η την ατομική τύχη του καθενός μας. Και την έβρισκα σε μια δύναμη άλλη, που ξέρει να γίνεται φως μέσα στο σκοτάδι, συνείδηση μέσα στον παραλογισμό, διάρκεια μέσα στην αθλιότητα των μισερών ανθρώπινων έργων. Πρόκειται για ένα αίσθημα εμπιστοσύνης που σου γεννά για τη ζωή η δυνατότητα της Τέχνης να την αναπλάθει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, να σε πείθει ότι όλα είναι, από ένα σημείο και πέρα, εφι­κτά. Δυστυχώς κι εδώ η ανάλυση προδίδει το αίσθημα. Δεν είναι μια φορά προς το Αγαθό μονάχα, μια εμμονή στο όραμα του Παραδείσου, που αφήσαμε να φύγει μέσ’ απ’ τα χέρια μας τόσο άδικα, και που κάποια φωνή μας καλεί διαρκώς να το αποκαταστήσουμε∙ δεν είναι αυτό μονάχα το αίσθημα που μας υπαγορεύει η ιδέα της Τέχνης στις παραμονές του θανάτου. Είναι μια αληθινή συ­σπείρωση πια, με όλες μας τις δυνάμεις τις οργανικές, προς την πηγή της ζωής, που είναι και η μόνη πηγή του θαύματος. [...]

Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, "Το χρονικό μιας δεκαετίας", σ 408-410

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Γυναίκα!

 

Οδυσσέας Ελύτης

ADAGIO

Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ’ τον ύπνο το νωχελικό προσκέφαλο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι. Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
άστρα. Γιατί πολύ θα 'χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και θ’ αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.

Άγγελοι αν δεν είναι οι άγγελοι μ’ άσωτα βιολιά ν' αναρριπίζουν τις νυχτιές μ’ αίολα φώτα και ψυχές καμπάνες! Φλάουτα ν' αγεροδρομούν πόθους ανάλαφρους, ανάγερτους. Φιλιά τυραννισμένα ή φιλιά
μαργαριτάρια σε κουπιά νερόβια. Και πιο βαθιά μες στ’ αναμμένα φραγκοστάφυλα, σιγά σιγά τα πιάνα της ξανθής φωνής, οι μέδουσες που θα μας κρατήσουν το ταξίδι αργόπρεπο. Στεριές με λίγα, με συλλογισμένα δέντρα.

Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε θα 'ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ την πίκρα παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ τη γοητεία, δε θα 'ναι παρά η
καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.

Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.

Προσανατολισμοί (1941)
Οδυσσέας Ελύτης, Το μήνυμα (1968)

Η γυναίκα στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι