φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν' αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίμματά μου
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
ψυχή μου.
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα
με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω
από το παράθυρο.
Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις
δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα,
να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδία
Μεθαύριο θα 'ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ‘ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984
